Για κάθε άνθρωπο το ερέθισμα που θα τον παρακινήσει να οργανώσει ένα οποιοδήποτε ταξίδι ποικίλει. Για κάποιους μπορεί αυτό να είναι μία ταινία, για άλλους ένα βιβλίο, μία ιστορία ενός γνωστού τους που επισκέφτηκε ήδη έναν τόπο, μία φωτογραφία που του/της έκλεψε την προσοχή σε ένα περιοδικό ή ένα ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση. Για εμένα η περιέργια μου για την Ισλανδία άρχισε παρατηρώντας την ακρογωνιαία θέση της στο ταμπλό ενός επιτραπέζιου παιχνιδιού που μου είχε αγοράσει η μητέρα μου (η οποία πρέπει να το μετάνιωσε πολλάκις από τότε) όταν ήμουν ακόμα στο δημοτικό. Ο τίτλος του ήταν «Ταξιδι Στην Ευρώπη» και αν θυμάμαι καλά, στο συγκεκριμένο παιχνίδι έπρεπε να απαντήσεις σε ερωτήσεις σχετικά με την ευρωπαϊκή ιστορία και γεωγραφία προκειμένου να μετακινηθείς από έναν προορισμό στον άλλον μέχρι να κάνεις έναν πλήρη κύκλο. Βλέποντας αυτό το νησί λοιπόν, στην άκρη του πουθενά αναρωτιώμουνα, τι στο καλό είναι αυτό, ζούνε όντως άνθρωποι εκεί και αν ναι, πως φαντάζει η ζωή τους.

Ταξίδι στην Ευρώπη​Αργότερα, στην εφηβεία μου εγώ όπως και όλα τα παιδιά των 90’s βρήκαμε ακόμα ένα σημείο αναφοράς για την χώρα: την Bjork μία αβίαστα εκκεντρική και απόλυτα εκρηκτική ερμηνευτικά ισλανδή τραγουδίστρια η οποία μεσουρανούσε στην εναλλακτική μουσική σκηνή της συγκεκριμένης δεκαετίας. Το αλησμόνευτο περιοδικό Ποπ&Ροκ συχνά αναφερόταν σε αυτήν ως «το ξωτικό από την Ισλανδία» και ήταν φανερή η επιρροή του μεγαλείου της φύσης της χώρας της στην περσόνα και την δημιουργική της προσφορά. Τι κοινωνία παράγει έναν τέτοιο καλλιτέχνη διερωτόμουν, ενώ παράλληλα θεωρόυσα ότι για κάποιο λόγο ότι η Ελλάδα μάλλον δεν θα επέτρεπε σε κάποιον σαν την Bjork να υπάρχει στην ολότητα της χωρίς τύψεις και αυτολογοκρισία.

Η αλήθεια είναι ότι η Ισλανδία δεν χρειαζόταν σώνει και καλά μουσικές διασημότητες για να την ανακαλύψουν οι τουρίστες. Εξωπραγματικές εικόνες ενεργών ηφαιστίων και γεωλογικών υπερθεαμάτων όπως οι θερμοπίδακες Geysir προκαλούν εδώ και χρόνια το ενδιαφέρον των απανταχού ταξιδιωτών. Επιπλέον είναι και οι ίδιοι οι κάτοικοι της…για όσους έχουν την περιέργια να γνωρίσουν ανθρώπους από άλλες χώρες, οι Ισλανδοι τόσο λίγοι που είναι( μόλις 366.000 σύμφωνα με στοιχεία του 2020) αποτελούν το ισοδύναμο σπάνιων πεταλούδων που θέλεις να βάλεις κάτω από το μικροσκόπιο για να τους παρατηρείς και να μάθεις τα πάντα για αυτούς.

Είχα την ευκαιρία να βρεθώ εκεί σε δύο διαφορετικές χρονικές συγκυρίες στη ζωή μου. Την πρώτη φορά το 2008, λίγες εβδομάδες μετά το τέλος της στρατιωτικής μου θητείας και την δεύτερη πριν από μερικούς μήνες, τον Ιούλιο του 2021. Την πρώτη μου επίσκεψη την είχα συνδυάσει με ταξίδι στην Σουηδία για να επισκεφτώ συγγενείς και φίλους. Με χάρτινα εισητήρια ( iphone δεν υπήρχαν ή απλά ίσως εγώ να μην είχα, δεν είμαι και σίγουρος ), θυμάμαι ότι μέχρι και στην υπάλληλο του αεροδρομείου που στεκόταν πίσω από το γκισέ όπου έκανα το check-in στο Arlanda της Στοκχόλμης έκανε εντύπωση ο προορισμός μου (» you’re going to Iceland!» αναφώνησε με λίγο περισσότερη θέρμη από αυτή που συνηθίζεται στα διεθνή αεροδρόμεια). Στις πέντε μόλις ημέρες της τότε διαμονής μου έκανα σχετικά λίγα και μάλλον τα απολύτως βασικά: περιήγηση στο Reykjavic, ένα μονοήμερο tour στο περίφημο Golden Circle & blue lagoon και μία εξόρμηση με καραβάκι στα νερά ανοιχτά του Ρέϋκιαβικ προκειμένου να δούμε φάλαινες ( δεν είδαμε απολύτως τίποτα – την άγρια ζωή δεν μπορείςνα την εξαναγκάσεις να δραστηριοποιηθεί για χάρην σου).
Για την διαμονή μου είχα μείνει σε ένα πολύ οργανωμένο youth hostel DALUR HI (το οποίο υπάρχει ακόμη, το διπλοτσέκαρα στο ίντερνετ) που εκείνες τις ημέρες ήταν πήχτρα στους σκωτσέζους ποδοσφαιρόφιλους οπαδούς της εθνικής της χώρας τους που αντιμετώπιζε την Ισλανδία σε κάποιο προκριμάτικο ματς του Μουντιάλ (ως συγκάτοικοι στους κοιτώνες του Hostel πολύ φιλικοί αν και διαρκώς πιωμένοι).

  • Σκωτσέζοι επισκέπτες​

Τότε όντας μόλις 27 χρονών, η Ισλανδία αποτελούσε το πιο απόμερο σημείο του πλανήτη που είχα ποτέ μου ταξιδέψει. Ο ενθουσιασμός μου ξεχύλιζε από παντού και μόνο που κατάφερα και προσγειώθηκα εκεί. Πιστεύω άλλωστε ότι το στοιχείο της περιπέτειας που εμπεριέχεται στην μακρυνή απόσταση αυτού του νησιωτικού έθνους από τα πάντα, αποτελεί υποσυνείδητα ένα κίνητρο και προκληση για τον κάθε έλληνα (και όχι μόνο) ταξιδευτή. Σε μία περίοδο εξαιρετικά ανεπτυγμένων διεθνων αεροεταφορών, σε ελάχιστους αν όχι σε κανέναν άλλον ευρωπαϊκό προορισμό δεν νιώθεις ότι ξεπερνάς όρια και κάνεις κάτι πέραν του τετριμμένου. Εκεί που η υπόλοιπη ήπειρος προσφέρει κατα κύριο λόγο αστικές εμπερίες ( τα λεγόμενα city breaks), η Ισλανδία μοιάζει άγνη, πρωτόγνωρη και απάτητη. Οι κλιματικές συνθήκες είναι ακραίες για τους περισσότερους, τα ωράρια της ηλιοφάνειας επίσης. Η φύση της μοιάζει τόσο αφιλόξενη για τον άνθρωπο και όντως έτσι να είνα, καθιστώντας το γεγονός ότι μικρός αυτός λαός επιβίωσε μα και ευημέρησε εδώ ακόμα πιο αξιοσημείωτο.

Leave a comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *