Σε μια εποχή που η ραπ σκηνή αναλώνεται σε εντυπωσιασμούς, ο Bloody Hawk επιστρέφει με το «Δικό Μας», ένα κομμάτι που λειτουργεί ως απολογισμός αλλά και ως απάντηση σε όσους αμφισβήτησαν τη διαδρομή του. Ο ράπερ από την Ξάνθη, μέσα από το άλμπουμ Φθηνά Χείλη, ξεκαθαρίζει πως η σχέση του με τη μουσική είναι ζήτημα ζωής και θανάτου, χρησιμοποιώντας μια ακραία αλλά καθηλωτική παρομοίωση: «Αν είχα φτάσει στης θανατικής ποινής τη σκάλα… Θα ‘λεγα “Κύριε δικαστά… είναι να βάλεις ένα beat να γράψω ακόμα ένα”». Για τον Bloody, το rap δεν είναι επάγγελμα, είναι η τελευταία επιθυμία ενός ανθρώπου που δεν έχει τίποτα άλλο να χάσει.

Η καθημερινότητα του καλλιτέχνη περιγράφεται με μια δόση κυνισμού και απομόνωσης. Η αναφορά του στην περίοδο της πανδημίας είναι χαρακτηριστική της εσωστρέφειάς του: «Για ‘μένα όλη η καραντίνα ήταν απλά Τετάρτη». Ο Νίκος παραδέχεται πως η ζωή του, γεμάτη μετακομίσεις στη Βόρεια Ελλάδα και αποχή από τα κοινωνικά «πάρτυ», ήταν ήδη μια μορφή απομόνωσης πολύ πριν επιβληθεί παγκοσμίως. Αυτή η αυθεντική μοναχικότητα είναι που τον κάνει να δηλώνει πως οι άλλοι ράπερ κρατούν αποστάσεις από εκείνον, όχι λόγω του ιού, αλλά λόγω της «ειδικής» φύσης της δουλειάς του που εκτελείται σε «εργαστήρια».

Στο ρεφρέν, το κομμάτι αποθεώνει την ανεξάρτητη πορεία του. Η φράση «Έκανα καριέρα μ’ ένα mic δανεικό» συμπυκνώνει όλη την ηθική του. Ξεκινώντας από το μηδέν, χωρίς ακριβό εξοπλισμό ή πλάτες, κατάφερε να φτάσει στην κορυφή χωρίς «οδηγό». Παραδέχεται με ειλικρίνεια πως «Τρέχω μα δεν ξέρω να οδηγώ», μια μεταφορά για την επιτυχία του, που ήρθε χωρίς προειδοποίηση, αλλά με σταθερά βήματα που πολλοί θα χαρακτήριζαν κουραστικά, μέχρι να δουν το αποτέλεσμα.

Το δεύτερο μέρος του τραγουδιού στρέφεται στην κριτική που δέχεται από το διαδίκτυο και την «αστυνομία της ηθικής». Με στίχους όπως «Ό,τι και να γράψω πάντα κάποιο δεκάχρονο θα ενοχλήσει», ο Bloody Hawk σχολιάζει την κουλτούρα της ακύρωσης και τους «παπάδες» που σπεύδουν να τον αφορίσουν. Ζητά απλά την ελευθερία να είναι ο εαυτός του, ενώ ταυτόχρονα προκαλεί όσους ενοχλήθηκαν από την αυτοπεποίθησή του: «Κι όσοι ξινίσατε που το ‘πα πως είμαι top 5 / Θα σας κεράσω να με δείτε live». Είναι η απάντηση ενός καλλιτέχνη που ξέρει ότι η πραγματική του δύναμη δεν κρύβεται στα σχόλια, αλλά πάνω στη σκηνή, εκεί που η λάσπη γίνεται φωτιά και το «δικό μας» γίνεται κτήμα όλων.

Η κατάληξη του κομματιού είναι μια δήλωση συλλογικής ιδιοκτησίας, όπου ο κόπος και η θυσία γίνονται ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στον καλλιτέχνη και το κοινό του. Τελικά, το έργο του παραμένει ένα οχυρό αυθεντικότητας, χτισμένο βήμα-βήμα από το μηδέν, χωρίς την ανάγκη κανενός εξωτερικού οδηγού.

Leave a comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *