Στην καρδιά της ελληνικής hip-hop σκηνής, ο Λεξ έχει καταφέρει να δημιουργήσει μια προσωπική “ομάδα” ανθρώπων-υποστηρικτών της αστικής ελληνικής κουλτούρας, με το κομμάτι «Τίποτα στον κόσμο» να αποτελεί ίσως την πιο ειλικρινή καταγραφή της ταυτότητάς του. Η αφήγησή του ξεκινά από το ύψος των αστικών κέντρων, εκεί όπου οι «εξωγήινοι, διαστημόπλοια κι ουσίες» συνυπάρχουν με την πτώση από τις «πολυκατοικίες», δημιουργώντας ένα σκηνικό όπου η επιβίωση είναι η μόνη σταθερά. Ο κεντρικός άξονας του τραγουδιού, η φράση «δεν έχω τίποτα στον κόσμο σαν κι εμένα», δεν αποτελεί μια δήλωση ναρκισσισμού, αλλά μια βαθιά παραδοχή της μοναδικότητας που σφυρηλατείται μέσα από την αποτυχία και τη δυσκολία. Για τον Λεξ, το μυαλό είναι το μοναδικό εφόδιο που αξίζει, ένα εργαλείο «τόσο ραδιενεργό που φωσφορίζει», ικανό να παράγει λόγο ακόμα κι όταν όλα γύρω μοιάζουν να σταματούν.

Η ανάλυση της διαδρομής του περνά μέσα από την έλλειψη και την ανάγκη, με τον καλλιτέχνη να αποδεσμεύει το σχολικό σύστημα από τη διαμόρφωσή του. «Δε φταίει το σχολείο για όσα μπόρεσα / φταίει που πεινούσα και δε χόρτασα», αναφέρει χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι η πραγματική γνώση ήρθε από τον δρόμο και την επιβίωση. Σε αυτό το κενό καθοδήγησης, η μουσική λειτούργησε ως υποκατάστατο πατρικής φιγούρας, με τη διαπίστωση πως «το rap είν’ ο πατέρας που δε γνώρισα» να συγκλονίζει με την ωμότητά της. Αυτή η σχέση με την τέχνη του είναι που τον οδηγεί από το αίσθημα του «κυνηγημένου» στην ευλογία της επιτυχίας, επιτρέποντάς του σήμερα να απευθυνθεί στη μητέρα του και να δηλώσει με υπερηφάνεια πως «τώρα, μάνα, ζω απ’ τη μουσική μου / πληρωμένοι όλοι οι λογαριασμοί μου». Είναι η δικαίωση ενός παιδιού που φοβόταν μη γίνει «μια κηλίδα στο οδόστρωμα», αλλά κατάφερε να μετατρέψει τις δέκα λέξεις που «κόλλησε» σε επαγγελματική διέξοδο.

Η κοινωνική διάσταση του λόγου του Λεξ επεκτείνεται στη συλλογικότητα και τον κώδικα τιμής της γειτονιάς. Το «εγώ» γίνεται «εμείς» όταν αναφέρεται στα αδέρφια του, για τα οποία δηλώνει πως «δεν έχουν τίποτα στον κόσμο σαν κι εμένα», δημιουργώντας μια αλυσίδα αλληλεγγύης. Η Θεσσαλονίκη, η «υγρή Θεσσαλονίκη» που είναι το σπίτι του, περιγράφεται ως ένας τόπος όπου οι άνθρωποι μιλούν «χαμηλόφωνα» όταν κάνουν δουλειές και όπου η εμπιστοσύνη είναι το μοναδικό νόμισμα. Ο Λεξ δεν ξεχνά ποτέ την ταξική του αφετηρία, ξεκαθαρίζοντας πως ραπάρει «γι’ αυτούς με τα North Face κι όσους δεν έχουν να τα πάρουνε», ενώνοντας το κοινό του κάτω από μια κοινή αισθητική και μοίρα. Η στάση του απέναντι στον κόσμο είναι τελικά μια στάση αποδοχής και αχρωματοψίας: «δε βλέπω χρώματα, έχω αχρωματοψία / δε φοβάμαι ποιος θα ‘ρθει να μου την πέσει», κλείνοντας με ένα μήνυμα παγκόσμιας σύνδεσης που ξεπερνά τις γλώσσες και τα σύνορα, μένοντας πιστός σε μια ηθική που ξεκίνησε από το τσιμέντο και στον δρόμο θα μείνει.

Leave a comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *