
Αυτή ήταν η δεκαετία που η μόδα αποφάσισε πως δεν της αρέσει να την αποκαλούν «μόδα»» και έπαθε μια μεγάλη ‒αληθινά όμως‒ υπαρξιακή κρίση. Άλλαξε ριζικά και τερμάτισε ό,τι είχε, όχι γιατί έφτιαξε καινούργιες «στολές» για καινούργια «έθιμα», κάτι που συνέβαινε τις προηγούμενες δεκαετίες, αλλά γιατί μπήκαν στη συζήτηση πολλοί, πάμπολλοι άνθρωποι και ομάδες που μέχρι τώρα δεν μπορούσαν. Εκείνοι που αγαπούσαν τη μόδα και τα ρούχα με έναν ολοδικό τους τρόπο, με γούστο που είχαν διαμορφώσει μέσα από κουλτούρες μουσικών ειδών, σπορ, τάξης και καταγωγής και τώρα μπορούσε να ακουστεί η φωνή τους.
Οι αλλαγές έγιναν χωρίς ανάσα, καθώς η τεχνολογία τούς επέτρεψε να έχουν λόγο και άποψη πάνω σε θεσμούς που ήταν προνόμιο των λίγων, και στη συνέχεια απαιτήσεις. Οι περιθωριοποιημένες ομάδες ήρθαν στο προσκήνιο, η έννοια της γυναικείας ομορφιάς επανεξετάστηκε, η βιομηχανία του έτοιμου ενδύματος θεωρήθηκε τοξική για το περιβάλλον, οι έννοια του οίκου μόδας άλλαξε, η πολυτέλεια έγινε κάτι άλλο εκτός από αποκλειστικό προνόμιο της ελίτ. Το Ιnternet και τα social media άλλαξαν τόσο δραστικά και άμεσα τις συνήθειές μας, που ήταν φυσικό να συναντήσουμε αντίσταση από συντηρητικές αξίες, πόλωση απόψεων, εμμονές. Δεν μας αρέσει να αλλάζουμε, ο ανθρώπινος εγκέφαλος κάνει τα πάντα για να διασφαλίσει τις συνήθειές μας, για να μας προστατέψει. Τα ρούχα μας μπορεί να μην έφεραν επανάσταση, οι άνθρωποι που τα φόρεσαν όμως προκάλεσαν συζήτηση και μεγάλες αλλαγές.
Η μόδα, λοιπόν, σταμάτησε να ορίζεται από τους λίγους. Οι πασαρέλες, οι φωτογραφίσεις, τα περιοδικά, οι τάσεις, ήταν όλα προϊόντα επιμέλειας μιας κλειστής ομάδας, πολλές φορές αποτελούμενης κυρίως από άντρες που όριζαν το γούστο των γυναικών. Οι θεματοφύλακες του γούστου άλλαξαν, γιατί τα μέσα που χρησιμοποιούσαν για να επιβληθούν δεν είχαν καμία αποκλειστικότητα.
Το Instagram έφερε στο προσκήνιο μια πανάρχαια συνήθεια των γυναικών: να παρακολουθούν και να αντιγράφουν αυτά που φορούσε η σικάτη γειτόνισσά τους. Μονάχα που τώρα η γειτόνισσά τους ήταν μια ολόκληρη στρατιά γυναικών ‒κωδικό όνομα influencers‒ απ’ όλη την υφήλιο που κάλυπταν όλα τα γούστα. Οι τάσεις δεν μπορούσαν πια να επιβληθούν από κανένα περιοδικό, αφού η γειτόνισσα, απείρως πιο οικεία και πιο κοντινή στο πρότυπο που είχαμε υπόψη, έπαιρνε ό,τι καταλάβαινε από μια πασαρέλα και το φορούσε όπως ήθελε.
Κάθε μέρα δεκάδες μικροτάσεις μοιράζονταν από τις διάφορες κοινότητες μόδας του Ιnternet κι εμείς τις παρακολουθούσαμε εμμονικά. Καθώς σκηνοθετούσαμε τον εαυτό μας για τη σκηνή του Ιnstagram, ξέραμε πως αν φορούσαμε κάτι μία φορά, δεν μπορούσαμε να το επαναλάβουμε δεύτερη φορά σε φωτογραφία. Τα ρούχα διαρκούσαν πλέον μικροστιγμέςοι οποίες τελείωναν τόσο γρήγορα που δεν προλαβαίναμε να πάρουμε το φιξάκι μας με τα επόμενα.
Μέσα σε μία δεκαετία, εταιρείες που παρήγαν πολύ φθηνά ρούχα για πολύ γρήγορη χρήση στο Ιnstagram εισήγαγαν τον όρο «fast fashion». Οι «πρωθιέρειες» της μόδας έγιναν υπεύθυνες για την πώλησή τους, όπως οι μανάδες μας παλιότερα καλούσαν τις φίλες τους για μια επίδειξη τάπερ.
Το 2010 o Marc Jacobs, ακόμα καλλιτεχνικός διευθυντής του Louis Vuitton, ανέθεσε στον Kanye West να σχεδιάσει μια μικρή σειρά sneakers. Ήταν η πρώτη φορά που οίκος πολυτελείας έκανε κάτι παρόμοιο, παρότι την προηγούμενη δεκαετία ο Alexander McQueen είχε σχεδιάσει για την Puma και η Stella McCartney για την adidas. Η τότε συνεργασία του Kanye με τον Louis Vuitton άνοιξε για πρώτη φορά την πόρτα του κόσμου των προϊόντων πολυτελείας σε έναν εκπρόσωπο streetwear κουλτούρας. Εκείνη η μικρή πόρτα έμελλε να ανοίξει διάπλατα τα επόμενα 10 χρόνια, καθώς οι σχεδιαστές που προέρχονταν από μικρές, ανεξάρτητες σειρές streetwear άρχισαν να αντιλαμβάνονται τα ρούχα με απτό, ποθητό και προσιτό σε όλους τρόπο.
Ο Virgil Abloh, μέντορας και προστάτης του θεσμού, έχτισε τον δικό του οίκο μέσα στο ευρωπαϊκό, πολύ συντηρητικό κατεστημένο με το όνομα Off-White και έδρα το Μιλάνο. Ανέλαβε την αντρική σειρά του Louis Vuitton, ενώ ο Kanye West έφτιαξε ένα ολόκληρο σύστημα ρούχων και αξεσουάρ με τα Yeezy σε συνεργασία με την adidas, που δεν έμοιαζαν με ρούχα γραφείου, πάρτι ή δεξίωσης αλλά ήταν ρούχα-στολές πόλης, φτιαγμένα για όλες τις ηλικίες, ίδια και διαφορετικά για τα 2 φύλα, μονόχρωμα και ελαφρώς φουτουριστικά. Εξεζητημένα, σοφιστικέ ρούχα της χιπ-χοπ κουλτούρας που υπηρετούσε και της θρησκευτικής εμπειρίας που παρουσίασε πριν από περίπου έναν χρόνο. O Kanye West έγινε ο άτυπος καλλιτεχνικός διευθυντής της συζύγου του, Kim Kardashian, κάνοντάς τη μια ζωντανή διαφημιστική καμπάνια των ρούχων του, τη μούσα των τάσεων που ήθελε να περάσει, χωρίς να αγοράσει ούτε μία φορά διαφημιστική καταχώριση σε ένα περιοδικό μόδας.
Οι αθλητές απέκτησαν έναν απροσδόκητο ρόλο μεσσία στη μόδα. Από τους παίκτες του NBA, που με άνεση πια λανσάρουν τάσεις στην ανδρική μόδα, και τις φεμινιστικές δηλώσεις δύναμης και υπεροχής της Serena Williams μέσα από τις στολές τένις που φόρεσε διά χειρός Virgil Abloh x Nike, μέχρι τις επιλογές των κοστουμιών και των χρωμάτων των μαλλιών της υπέροχης αρχηγού της γυναικείας ομάδας ποδοσφαίρου των ΗΠΑ Megan Rapinoe, οι αθλητές εκμεταλλεύτηκαν τη δημοσιότητα που απέκτησαν μέσω των social media, του Τύπου και της τηλεόρασης και μίλησαν μέσα από τα ρούχα τους, διασκέδασαν με αυτά, έδωσαν τον τόνο στη συζήτηση. Ποτέ πριν ένας αθλητής δεν είχε τέτοια δυνατότητα να μιλήσει μέσα από τα ρούχα του, γιατί οι στιγμές που του δίνονταν μέχρι τότε μπροστά σε κοινό ήταν μετρημένες, τα κορμιά τους «όχι τόσο σικ».
Ένα ακόμα κομμάτι προστέθηκε σε ένα μεγάλο που προϋπήρχε και μετακινήθηκε προς τα αθλητικά ρούχα. Τα κολάν γιόγκα, τα αθλητικά παπούτσια, τα φούτερ, οι φόρμες, «έφτυσαν» τον όρο «casual», αφού δεν υπήρχε πια, ο διαχωρισμός μεταξύ του ρούχου εργασίας και του ρούχου για τον ελεύθερο χρόνο σχεδόν εξαφανίστηκε. Δουλεύουμε όπως ζούμε και, καθώς τα επόμενα 20 χρόνια η έννοια του οκταώρου και της δουλειάς γραφείου θα αλλάξει ακόμα περισσότερο, δεν χρειαζόμαστε τα ρούχα που υποστηρίζουν τον παλιό τρόπο εργασίας.
Πηγή:https://www.lifo.gr/tropos-zois/fashion/2010-2019-ayti-itan-i-dekaetia-poy-termatise-ti-moda
