Πρόκειται, βέβαια, για τη συνέχεια της εκκωφαντικής διασκέδασης, όπως είχε ξεκινήσει τη δεκαετία του ’70. Όμως στα ’80s το τελετουργικό της προετοιμασίας για νυχτερινή έξοδο στην ντίσκο είχε στόχο την αναζήτηση και μιας εμπειρίας ερωτικής. Έγινε η περιοχή όπου οι μετασχηματισμοί του σώματος, του φύλου και των κοινωνικών ομάδων βρήκαν θερμή υποδοχή. Επομένως, η μόδα που παραπέμπει στη συγκεκριμένη ατμόσφαιρα παρέχει σύμβολα και εργαλεία, μοιράζοντας ρόλους ανδρόγυνου, disco queens, club kids, φλώρων και καρεκλάδων και προσφέροντας πολύχρωμες παραλλαγές εορτασμού του σώματος και της σεξουαλικότητάς του.
Ο ρυθμός δόθηκε με το ντουέτο του Μάικλ Τζάκσον και της Ντόνα Σάμερ στο «Upside Down», τις queer εμφανίσεις του Μπόι Τζορτζ στα βιντεοκλίπ των Culture Club και τον χορευτικό οίστρο της Μαντόνα. Οι παραπάνω «ντίσκο-σαμάνοι» προσκαλούσαν τα πλήθη για χορό καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας. Οι παγέτες, το ασημένιο και χρυσό γκλίτερ στα ρούχα και στο μακιγιάζ, οι φλούο αποχρώσεις στα αξεσουάρ, οι έντονες μονοχρωμίες σε ολόσωμες φόρμες και φορέματα αλλά και η επίσκεψη της δεκαετίας του ’40 με την εγκατάσταση της τετράγωνης βάτας στους ώμους διαμόρφωσαν ένα είδος στολής για κάθε ντίσκο αφορμή. Ήταν το disco glamour σε όλη του την υπερβολή και την επίφαση. Ήταν το στυλ της συναισθηματικής δαπάνης και των ερωτικών εμπειριών. Ήταν το πάρτι μιας γενιάς της μόδας με θανάσιμα ένστικτα, που διεκδικούσε την ελευθερία των πειραματισμών της, τους οποίους άλλωστε πλήρωσε, προσφέροντας σε αυτή την τελετουργία της απόλαυσης πολλά θύματα από τον θανατηφόρο ιό του AIDS.
Ωστόσο, σε αυτή την υπόγεια ντίσκο του εκθεσιακού αφηγήματος που φιλοξενεί η Τεχνόπολη θα πρέπει να δούμε τη μόδα ως συνολικό φαινόμενο πάνω στο οποίο καταγράφονται πληροφορίες και αλληλεπιδράσεις από διαφορετικά πεδία καλλιτεχνικής πρακτικής, κοινωνικών μεταβολών, αισθητικών απόψεων, ιστορικών αλλαγών. Με άλλα λόγια, τα ρούχα που παρουσιάζονται γίνονται τα κείμενα που περιγράφουν πάνω στο σώμα τη θεωρία του post-modern. Γι’ αυτό και στην κυρίαρχη μόδα της συγκεκριμένης δεκαετίας το σώμα είναι ο φορέας των τολμηρών εκφράσεων της κοινωνικής αλλαγής που συντελείται και βρίσκει τη μεταπολιτευτική Ελλάδα τη στιγμή της καταναλωτικής της αθωότητας που εξελίσσεται στη βουλιμία του κιτς.
Οι παγέτες, το ασημένιο και χρυσό γκλίτερ στα ρούχα και στο μακιγιάζ, οι φλούο αποχρώσεις στα αξεσουάρ , οι έντονες μονοχρωμίες σε ολόσωμες φόρμες και φορέματα αλλά και η επίσκεψη της δεκαετίας του ’40 με την εγκατάσταση της τετράγωνης βάτας στους ώμους διαμόρφωσαν ένα είδος στολής για κάθε ντίσκο αφορμή. Ήταν το disco glamour σε όλη του την υπερβολή και την επίφαση.
Η ελληνική ντίσκο των ’80s επέβαλε, λοιπόν, στο κοινό της τους γκλάμουρ κανόνες που κατέφθαναν με κάποια χρονοκαθυστέρηση κυρίως από το Παρίσι και το Μιλάνο, λιγότερο από το Λονδίνο, αλλά άμεσα από το τηλεοπτικό τοπίο των αμερικανικών επικών σειρών. Η αλήθεια είναι πως το γκλάμουρ που μαζικά δοξάσαμε στην ελληνική επικράτεια οφείλεται περισσότερο στην επίδραση των πρωταγωνιστριών του «Ντάλας» και της «Δυναστείας». Σε αντίθεση με τη χρυσή γκλάμουρ παράδοση του Χόλιγουντ, την οποία και τίμησαν οι πρωταγωνίστριες των παραπάνω σειρών (Βικτόρια Πρίνσιπαλ, Λίντα Γκρέι, Τζόαν Κόλινς και Λίντα Έβανς), η ξεπεσμένη αισθητική της σαπουνόπερας «Τόλμη και Γοητεία» βρήκε πρόσφορο έδαφος στα ελληνικά νοικοκυριά. Η καθημερινή προβολή της σειράς χαμηλού κόστους παραγωγής διέκοψε τη μεσημεριανή σιέστα της Ελληνίδας συζύγου και την ώθησε να υιοθετήσει το πρότυπο της ξανθιάς χαίτης κομμωτηρίου και της ενδυματολογικής εξτραβαγκάντσας των σατέν μεγάλων φιόγκων σε μπλούζες και φορέματα με έναν ώμο. Σύμμαχό της στη διαμόρφωση αυτού του ελληνικού D(o)I(t)Y(ourself) γκλάμουρ βρήκε τις μπουτίκ στις συνοικίες της Αθήνας που προμηθεύονταν τις επιλογές τους από μεγάλες βιοτεχνίες της Βόρειας Ελλάδας ή από στοκ αποθήκες prêt-à-porter της Ιταλίας.
Στα τέλη, ωστόσο, της δεκαετίας, το άνοιγμα της ιδιωτικής τηλεόρασης επέδρασε στη στυλιστική ομογενοποίηση με την εγχώρια σαπουνόπερα «Η Λάμψη». Ενώ το φαινόμενο της παρουσιάστριας σε πρωινές εκπομπές και τηλεπαιχνίδια του είδους του «Πρωινού Καφέ» και του «Τροχού της τύχης» δημιούργησε τις στρατιές Ελληνίδων οπαδών της ξανθιάς απόχρωσης και των στενών εφαρμοστών ρούχων.
Στα μέσα των ’80s η αίγλη των σχεδιαστών της υψηλής δημιουργικότητας (Yves Saint Laurent, Gianni Versace, Azzedine Alaia, Claude Montana, Thierry Mugler) καθώς και των αναζωογονητικών αμφισβητιών της πολυτέλειας Vivienne Westwood, Issey Miyake και Martin Margiela δεν αφορούσε την ελληνική κοινωνία της κατανάλωσης. Εκείνη την εποχή, άλλωστε, μεγάλο τμήμα της ελληνικής οικονομίας βασιζόταν στις εγχώριες βιομηχανικές μονάδες υφαντουργίας και στις μικρότερες μονάδες βιοτεχνίας ενδυμάτων και πλεκτηρίων.
Πηγή:https://www.lifo.gr/tropos-zois/fashion/i-moda-ti-dekaetia-toy-1980-ta-greatest-hits-toy-anoikeioy-somatos

